Ένα βράδυ στο υπόγειο
Δεν ψάχνω εξιλέωση. Ούτε τρέφω αυταπάτες, και σε γενικές γραμμές, θα έλεγα ότι για καλλιτέχνης είμαι υπερβολικά ορθολογιστής. Γνωρίζω τι έκανα. Τις επιπτώσεις που είχαν οι πράξεις μου σε άλλους ανθρώπους, επίσης τις γνωρίζω.
Το πόσο ασυγχώρητες είναι.
Μου διαφεύγει ο λόγος. Το γιατί έκανα ό,τι έκανα.
Ήταν ένα βράδυ περασμένης ώρας. Όχι πραγματικά περασμένης, γιατί δεν είχε πάει καν μεσάνυχτα, αλλά αργά για τα δεδομένα. Ήμασταν μία ώρα μέσα στην νυχτερινή απαγόρευση κυκλοφορίας και συναθροίσεων εκτός οικογένειας. Αντί λοιπόν, να βρισκόμασταν στο σαλόνι των γονιών, βλέποντας στην τηλεόραση το μοναδικό κανάλι, δηλαδή το κρατικό, ξέρετε τι κάναμε;
Παίζαμε μουσική. Φλερτάραμε μεταξύ μας, άντρες και γυναίκες μαζί. Φλερτάραμε με φυλάκιση και βασανιστήρια. Ξυλοκόπημα μέχρι θανάτου, μαστίγωμα μ’ αγκαθωτές βέργες, πυρακτωμένες ράβδους στα γεννητικά μας όργανα, ακόμη και το γαμημένο κρεβάτι του Προκρούστη. Έπρεπε να σκαρφιστούν ένα πλήθος από τρόπους για να τιμωρήσουν την ανθρώπινη ψυχή. Ήταν κάτι νομοταγή αποβράσματα με άπλετη φαντασία, πιστά στο καθεστώς του Κυρίου.
Α, ναι. Έτσι έπρεπε να Τον αποκαλούμε. Όχι για να σπάμε πλάκα αυτοσαρκαζόμενοι τη δυστυχία μας, εμείς, οι αντιφρονούντες καλλιτέχνες. Αυτή ήταν η επίσημη οδηγία από το κράτος.
Τόσο ηλίθιοι ήταν, κι εμείς τόσο παράνομοι. Και Διάολε, δεν είχα νιώσει ποτέ τόσο υπέροχα, όσο όταν ζούσα χωμένος μέχρι τ’ αυτιά στην παρανομία.
Παίζαμε μουσική στο υπόγειο της μονοκατοικίας του φίλου μου του Μπλε. Χρησιμοποιούσαμε ψευδώνυμα, ούτως ώστε αν έπιαναν κάποιον, να μην μπορούσε με κανένα τρόπο να δώσει τους υπόλοιπους στην αστυνομία. Ήμασταν τέσσερις, και είχα καλέσει περισσότερους. Μια απλή μάζωξη για τραγούδι και ποτό ίσως εξελισσόταν σε πάρτι. Οι φίλοι μου δεν το ήξεραν, θα τους έκανα έκπληξη. Ευτυχία.
Εγώ έπαιζα κλασσική κιθάρα, Ο Μπλε το λαούτο, η Πορφύρα το μπεντίρ, και η Λεμονιά τραγουδούσε. Ο αέρας μύριζε τσιγάρο, μπύρα, το βερνίκι απ’ το ξύλο της καινούργιας μου κιθάρας, και το ονειρικό άρωμα της Λεμονιάς· αυτό το παραδεισένιο συνονθύλευμα των οσμών. Η κολόνια της, λουλουδάτη και διακριτική, άψογα μπολιασμένη με την φυσική μυρωδιά του δέρματος και τα φρεσκοπλυμένα μαλλιά.
Είχα την τύχη να κάθεται δίπλα μου στον ένα από τους δύο καναπέδες. Ω Κύριε επουράνιε και όχι επί αυτής της άθλιας χώρας, πέθαινα και ξαναγεννιόμουν κάθε φορά που με πλησίαζε για ν’ ακούσει καλύτερα τις συγχορδίες μου.
«Πάω να φέρω καμιά μπύρα». Συνήθως εγώ έφερνα την επόμενη γύρα, μιας και ήμουν αυτός που έφτανε πρώτος στον πάτο. Είχα πάρα πολλούς λόγους να επιθυμώ το γρήγορο μεθύσι.
Στον δρόμο μου για το ψυγείο γύρισα για να την κοιτάξω, και τα βλέμματά μας συναντήθηκαν. Τρέκλισα όταν τα χείλη της τεντώθηκαν.
Το ψυγείο βρισκόταν έξω απ’ την υπόγεια γκαρσονιέρα, σ’ ένα χολ που οδηγούσε στο κλιμακοστάσιο. Έκλεισα την πόρτα πίσω μου. Άρχισα να κλαίω μ’ αναφιλητά. Μου φαινόμουν αξιοθρήνητος. Από την άλλη, ποιος ακούει τα κλάματά του με θαυμασμό;
Άκουγα τα γέλια τους πνιχτά. Κάτι πέταξε ο Μπλε και η Πορφύρα ξεκαρδίστηκε. Λάτρευα το γέλιο της, μπάσο και ταυτόχρονα θηλυκό. Κι ο Μπλε ήταν αστείος τύπος. Εκείνος είχε το χιούμορ κι εγώ την γοητεία – έτσι έλεγαν τα κορίτσια.
Πήγα ως το παράθυρο στη μέση της σκάλας για να πάρω αέρα. Ως μη καπνιστής, χρειαζόταν να το επισκέπτομαι τακτικά, εφόσον στο δωμάτιο όπου αράζαμε, τα δύο παράθυρα έβλεπαν στον δρόμο κι έτσι για ευνόητους λόγους τα διατηρούσαμε κλειστά και καλυμμένα με παχιές κουρτίνες. Εκείνο της σκάλας έβλεπε στην πίσω αυλή της μονοκατοικίας.
Επικρατούσε σιγή νεκροταφείου. Ούτε καν ο απόηχος των σειρήνων από το κυνήγι κάποιου εγκληματία μαθητή που τον έπιασαν απ’ αυτοφώρω να γράφει συνθήματα κατά του Κυρίου μέσα στο σχολείο του.
Μελαγχόλησα. Κάπως η νοσταλγία για τα εφηβικά μου χρόνια, κάπως το σεληνόφως που πρόσδιδε μια ασημένια απόχρωση σε μέρη όπου δεν μπορούσα να πάω, χωρίς έγγραφη άδεια από το Υπουργείο Μετακίνησης.
Το κινητό δονήθηκε στην τσέπη μου. Ήταν ένας από τους υπόλοιπους. Τους ενημέρωσα ότι ήμασταν όλοι εδώ, και ότι τους περιμέναμε. Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, η καρδιά μου σφίχτηκε. Είχα κιόλας ξεχάσει για ποιο λόγο βγήκα έξω, αλλά δεν μ’ ένοιαζε γιατί το μόνο που ήθελα ήταν μπω μέσα και να τους αγκαλιάσω. Τους τρεις μοναδικούς μου φίλους.
Με το που με είδε, η Λεμονιά έτρεξε κατευθείαν κοντά μου. «Τι έπαθες; Φαίνεσαι σαν να έκλαιγες». Το χάδι της στον λαιμό μου ήταν όλα τα ναρκωτικά που είχα δοκιμάσει, μαζί. Η αγκαλιά μας, όλα αυτά τα ναρκωτικά που δεν είχα δοκιμάσει και δεν χρειαζόμουν. Το φιλί μας, δύο τεκτονικές πλάκες που πλησίαζαν μια ολόκληρη ζωή για να δημιουργήσουν ένα κατακλυσμιαίο γεγονός.
Ο Μπλε και η Πορφύρα στερέωσαν μ’ ευλάβεια τα όργανά τους στον καναπέ. Ειδικά τα έγχορδα, σκεβρώνουν εύκολα όταν τοποθετούνται σε ξαπλωτή θέση συχνά. Μας τύλιξαν με τα χέρια τους. Πάντα μου άρεσαν αυτές οι πολυμελείς αγκαλιές. Η αίσθηση της κοινής ανάσας, της κοινής καρδιάς.
Πολύ σύντομα γίναμε μια μάζα από τρεμάμενες σάρκες. Άραγε είχαν διαισθανθεί τίποτα κι έτρεμαν έτσι, ή οφειλόταν στη θέρμη της στιγμής; Ποτέ δεν κατάλαβα.
Όταν σπάσαμε τον κλοιό, αρχίσαμε να φιλιόμαστε μεταξύ μας. Πότε τα χείλη μου συναντούσαν τη Λεμονιά, πότε την Πορφύρα, πότε τον Μπλε. Τα κορμιά μας λικνίζονταν στον ρυθμό της ηδονής, της αιώνιας νιότης, της αχαλιναγώγητης ελευθερίας. Εξερευνούσα τα σώματά τους σαν τυφλός σε βιβλιοπωλείο Μπράιγ.
Δεν άργησα να τρυπώσω τα δάχτυλά μου μέσα από το παντελόνι της Λεμονιάς. Ο χρόνος περνούσε, κι εκείνη μ’ ενδιέφερε περισσότερο από τους άλλους δύο. Εκεί, όπου η ηδονή και η περιέργεια με πήγαιναν, ήταν υγρά και απαλά. Στέναξε, και δεν είχα προχωρήσει καν κάτω από το εσώρουχο. Με ήθελε, κι εγώ την ήθελα. Ήμασταν ελεύθεροι, αλλά όχι για πολύ.
Λύσαμε το σάρκινο κουβάρι όταν ακούσαμε ένα υπόκωφο ποδοβολητό από το ταβάνι, δηλαδή την πιλοτή. Τραβήχτηκαν απότομα, και εν ριπή οφθαλμού, το πυκνό, ανυπέρβλητο δάσος χωρίστηκε σε μεμονωμένα εύθραυστα δεντράκια. Εγώ έμεινα στη θέση μου, κρατώντας την αναπνοή. Και μια ζωή να προσπαθούσα, δεν θα έβρισκα τις σωστές λέξεις για να περιγράψω την φρίκη που είδα στα μάτια τους.
Το τσιμέντο σειόταν απ’ τα τακούνια των μποτών. Ήταν οι υπόλοιποι φίλοι, αυτοί που περίμενα, αυτοί που εγώ κάλεσα.
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, όλοι κατάλαβαν. Δεν ξέρω αν ήταν κάτι στο ύφος μου που με πρόδωσε, ή η έλλειψη φόβου στα δικά μου μάτια· κι αν είχα κάποιον καθρέφτη μπροστά μου για να το δω, θα τον έκανα κομμάτια.
Οι από πάνω βρόντηξαν την πόρτα με τις γροθιές τους, σαν να μην τους ένοιαζε που θα σήκωναν όλη τη γειτονιά στο πόδι.
«Αστυνομία! Ανοίξτε!».
Η Λεμονιά και η Πορφύρα έβγαζαν άναρθρες κραυγές ανάμεσα στους λυγμούς. Ο Μπλε βλασφημούσε, τραβώντας τα υπέροχα μαλλιά του.
Τσίριξαν σαν αβοήθητα παιδιά όταν άκουσαν τον εκκωφαντικό πάταγο από το ισόγειο. Εγώ παρέμεινα ακούνητος, ακλόνητος. Το περίμενα ότι θα σπάσουν την πόρτα, αλλά όχι τόσο γρήγορα. Ίσως φοβούνταν για εμένα, τον συνάδελφό τους, εκείνον που διακινδύνεψε την ζωή του, υποδυόμενος τον μουσικό σ’ έναν επικίνδυνο υπόκοσμο γεμάτο βρωμοελευθεριακούς εγκληματίες. Όμως, ο ηθοποιός μπήκε πολύ μέσα στον ρόλο και τα όρια θάμπωσαν. Ο θίασος μ’ αγκάλιασε όπως ήμουν, κι εγώ, ένας μπατσάκος της γραμμής, τσίμπησα για τα καλά.
Οι μαυροφορεμένοι συνάδελφοι μπούκαραν στο υπόγειο. Ήταν οπλισμένοι σαν αστακοί, λες και δεν θ’ αντιμετώπιζαν τρεις άοπλους νέους, αλλά κύκλωμα λαθρεμπορίας όπλων.
Αφού έκαναν κομμάτια το λαούτο πάνω στον Μπλε, τον έσυραν έξω αιμόφυρτο κι αναίσθητο. Την Λεμονιά και την Πορφύρα τις πήραν σχεδόν παραμάσχαλα.
«Θα περάσουμε καλά στο τμήμα», έλεγαν χαχανίζοντας οι άντρες, τα καμάρια του Κυρίου.
Η Λεμονιά δεν πάλευε. Είχε παραδοθεί στη μαύρη της την μοίρα. Μοίρα… ένας ευφημισμός για τις κακές επιλογές. Λίγο πριν την πάρουν απ’ τον χώρο με κοίταξε μια τελευταία φορά. Δεν υπήρχε κακία στα μάτια της. Με είχε συγχωρέσει.
Παρακολουθούσα σαν να μην ήμουν εγώ, κάπως αποκολλημένος απ’ το σώμα μου, και την πραγματικότητα την ίδια. Σε εμένα συνέβησαν αυτά; Πράγματι πέρασα τον πιο όμορφο μήνα της ζωής μου, πλάι σ’ αυτούς τους ανθρώπους;
Τι με περιμένει μετά απ’ αυτό; Ίσως ένα συναίσθημα κενότητας όπως όταν τελειώνει ένα καλό βιβλίο, και μια καλή προαγωγή, μαζί με μια ακόμη καλύτερη αύξηση.
Να ‘μαστε καλά, να έχουμε υγεία, και να βγαίνει ο μήνας.
Φωτογραφία: Κωνσταντίνος Κυριαζόπουλος



Όσο περισσότερο Πολύζο διαβάζω, τόσο πιο γρήγορα ξέρω ότι δεν έπαιξε τρίο πριν χυθεί αίμα. Καλή εκτέλεση της κλασικής ιστορίας του μυστικού πράκτορα, απροσδόκητο ότι αυτή τη φορά δεν άλλαξε γήπεδο!